Background Color:
 
Background Pattern:
Reset
Search

Σχέσεις με το γιατρό σας

Επικοινωνία & Σχέσεις

Η ανθρώπινη σχέση αποτέλεσε (και αποτελεί) σημείο εστίασης της προσοχής πολλών επιστημόνων, (ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, ανθρωπολόγων κ.α.). Σήμερα υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν ότι αυτή η σχέση, που αποτελεί δομικό στοιχείο της κοινωνίας, βρίσκεται σε κρίση. Η σχέση ανάμεσα στο γιατρό και στον ασθενή, αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή ανθρώπινης σχέσης. Το φαινόμενο της δυσαρέσκειας του αρρώστου με το γιατρό επιτείνεται δραματικά στις μέρες μας. Ο ξένος αλλά και ο ελληνικός τύπος φιλοξενούν συχνά καταγγελίες αρρώστων, πιθανά ως έκφραση της δυσαρέσκειάς τους από συγκεκριμένες στάσεις και συμπεριφορές των γιατρών τους.


Υπάρχουν αρκετά σημεία και συμπτώματα που δείχνουν ή επιβεβαιώνουν το ανησυχητικό αυτό φαινόμενο της διάσπασης, δηλαδή της σχέσης ανάμεσα στο γιατρό και τον άρρωστο. Κάθε λαό χαρακτηρίζουν διάφορα συστήματα πεποιθήσεων-δοξασιών, με βάση τα οποία ερμηνεύονται οι στάσεις, αντιλήψεις των ατόμων όσον αφορά την υγεία και την ασθένεια. Ανάμεσα σ' αυτά σημαντική παρουσία έχουν οι πνευματιστικές (animistic), θρησκευτικές (religious) και επιστημονικές (scientίfic) πεποιθήσεις (beliefs).
Η αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων αυτών, σχετικά με την αντίληψη, αναφορικά με την ασθένεια, του αρρώστού, εκτιμάται ότι θα βοηθήσει το γιατρό να κατανοήσει καλύτερα τον άρρωστο του και να σχεδιάσει αποτελεσματικά την θεραπευτική παρέμβασή του.


Τύποι ασθενών

Σ' αυτήν την πρόσωπο με πρόσωπο επαφή του γιατρού με τον ασθενή, αναμένεται ο ασθενής να είναι λιγότερο ή περισσότερο παθητικός στην μεταξύ τους αλληλεπίδραση (interaction). Ανάλογα με το βαθμό της παθητικότητας του ασθενούς οι Szasz and Hollander διέκριναν τρία διαφορετικά πρότυπα (models), όσον αφορά τη σχέση γιατρού-ασθενούς.
Στον πρώτο τύπο αλληλεπίδρασης, ενεργητικότητας - παθητικότητας (activity- pοssivity model), ο ασθενής είναι εξ ολοκλήρου παθητικός, υποτακτικός, ακινητοποιημένος και παραδομένος στα χέρια του γιατρού. Τέτοια μορφή σχέσης βρίσκεται σε ειδικές καταστάσεις όπως σ' επείγοντα περιστατικά (σοβαρά τραύματα, καταπληξία ή κώμα), στο χειρουργείο ή στην ηλεκτροσπασμοθεραπεία (σε ψυχιατρικούς ασθενείς). Η σχέση αυτή γιατρού-ασθενούς είναι παρόμοια μ' αυτήν του πατέρα και του απροστάτευτου βρέφους.
Στον δεύτερο τύπο της σχέσης γιατρού - ασθενούς της καθοδήγησης-συνεργασίας (guidance-cooperation model), ο ασθενής είναι μεν λιγότερο παθητικός απ' ότι στην προηγούμενη κατάσταση, αλλά είναι υπάκουος στις απαιτήσεις του γιατρού και εκτελεί όσα του ζητήσει. Τέτοια σχέση παρατηρείται στα περισσότερα έκτακτα περιστατικά και ιδιαίτερα αυτά που αφορούν εμπύρετες - λοιμώδεις καταστάσεις. Στις καταστάσεις αυτές o ασθενής γνωρίζει τι συμβαίνει γύρω του και είναι ικανός ν' ακολουθήσει τις οδηγίες του γιατρού ασκώντας σε κάποιο βαθμό την κρίση του. Το υπόδειγμα αυτό έχει το πρότυπο του στη σχέση του πατέρα και του παιδιού του (παιδική ή εφηβική ηλικία).
Τέλος στον τρίτο τύπο αλληλεπίδρασης, της ώριμης συμμετοχής, (mutual partίcipation), οι ασθενείς είναι ικανοί ή ζητούν μόνοι τους, να αναλάβουν τη φροντίδα του εαυτού τους. Αυτός ο τύπος αλληλεπίδρασης, που χαρακτηρίζεται από υψηλή συμμετοχή του ασθενούς στη διαχείριση της αρρώστιας, του συναντιέται στα χρόνια νοσήματα όπως η υπέρταση, o σακχαρώδης διαβήτης, η εκφυλιστική αρθροπάθεια κ.α., καθώς και σ΄ όλες τις δραστηριότητες αγωγής υγείας (health education) που ο γιατρός προωθεί μέσα στο ιατρείο του ή στην κοινότητα. Ο τύπος της σχέσης αυτής δεν είναι κατάλληλος για παιδιά ή άτομα με νοητική ανεπάρκεια, ή με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Ο τύπος της σχέσης αυτής είναι παρόμοιος μ' αυτή του ενήλικα προς ενήλικα. Ποιος από τους τρεις παραπάνω τύπους είναι ο πλέον κατάλληλος για τη σχέση
γιατρού - ασθενούς;

Ο πρώτος τύπος αφορά τα επείγοντα περιστατικά στα οποία ο ασθενής έχει απώλεια της συνείδησής του. Ο τύπος της καθοδήγησης - συνεργασίας έχει κατάλληλη εφαρμογή στα έκτακτα περιστατικά, στα περισσότερα περιστατικά της παιδικής ηλικίας, σε άτομα με νοητική, ψυχική ή και σοβαρή σωματική ανεπάρκεια (που τα καθηλώνει στο κρεβάτι). Για τα χρόνια νοσήματα και ιδιαίτερα αυτά που σήμερα αποκαλούμε "νοσήματα φθοράς ή πολιτισμού" πλέον κατάλληλος τύπος είναι αυτός της "ώριμης συμμετοχής".
Συχνά όμως οι γιατροί προτιμούν για τα χρόνια νοσήματα τον δεύτερο τύπο. Εφόσον όμως πληρούνται οι συνθήκες για την εφαρμογή του τύπου της "ώριμης συμμετοχής" ο γιατρός θα πρέπει να είναι αυτός που σταδιακά -μέσω της εκπαίδευσης του ασθενούς του- θα αναπτύξει περαιτέρω τη μεταξύ τους σχέση. Ο Friedson ασκεί κριτική στην τυπολογία των Szasz-Ηollander θεωρώντας αυτή λογικά και εμπειρικά ελαττωματική. Η λογική σύμφωνα με τον Friedson, υπαγορεύει δυο άλλους τύπους αλληλεπίδρασης μεταξύ γιατρού - ασθενούς: ένα σύμφωνα με τον οποίο ο ασθενής καθοδηγεί (guides) και ο γιατρός συνεργάζεται - cooperates) και ένα στον οποίο ο ασθενής είναι ενεργητικός (active) και ο γιατρός παθητικός (passive).
Αν και γενικά τέτοιοι τύποι αλληλεπίδρασης δεν είναι συχνοί, εν τούτοις σήμερα σε συνθήκες ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, στις οποίες ο ασθενής δίνει οδηγίες και ο γιατρός συνεργάζεται. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις, που γιατροί από φόβο να μη δυσαρεστήσουν τους ασθενείς τους και τους χάσουν από πελάτες τους (μειώνοντας έτσι το εισόδημά τους) υπακούουν στις απαιτήσεις τους, αναφορικά με την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο, τη διάγνωση της αρρώστιας τους και τη θεραπεία της.


Περιμένοντας τον γιατρό

Ποικίλα συναισθήματα διακατέχουν τον ασθενή στο διάστημα που περιμένει να εξεταστεί από το γιατρό. Τα συναισθήματα αυτά είναι χρήσιμο να συζητηθούν, αφού η αναγνώρισή τους από το γιατρό θα συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση της κατάστασης του ασθενούς, καθώς και στην ανάπτυξη μιας καλής μεταξύ τους σχέσης. Σημαντική θέση ανάμεσα σ' αυτά κατέχουν ο φόβος και το άγχος.


Φόβος και γενικά αναστάτωση χαρακτηρίζουν τον ασθενή, που πρόκειται να επισκεφτεί τον γιατρό. Ο ασθενής γνωρίζει τις ιδιότητες του γιατρού όσο αφορά τη διάγνωση της ασθένειάς του και ανησυχεί για το τι θα του πει. Σύμφωνα με την αντίληψη του ασθενή, ο γιατρός είναι εκείνος που θα επιβεβαιώσει ή όχι τις προϋπάρχουσες ανησυχίες και φόβους του, που είναι απότοκες της βίωσης συμπτωμάτων και καταστάσεων, καθώς και σε αρκετές περιπτώσεις αρρώστιας, γνωστής στον ασθενή και ευρισκομένης σε εξέλιξη.


Έτσι ο ασθενής αναμένει το γιατρό με δέος, αφού γνωρίζει ότι ο γιατρός είναι το πρόσωπο, που όχι μόνο θα καθησυχάσει τους φόβους, τις ανησυχίες και το άγχος του σχετικά με την παρουσία ασθένειας αλλά και στην περίπτωση που αυτή υπάρχει θα την αντιμετωπίσει πριν αυτή εξελιχθεί και οδηγήσει στο θάνατο. Κάτω από αυτά τα συναισθήματα και αναμένοντας τον γιατρό ο ασθενής, φαντάζεται διάφορες καταστάσεις και γεγονότα που θ' ακολουθήσουν τη διάγνωση του γιατρού. Αν και ο ασθενής συνήθως επιθυμεί και φαντάζεται ότι η ασθένεια του δεν είναι σοβαρή και ότι είναι θεραπεύσιμη, εν τούτοις δεν είναι σπάνιες περιπτώσεις που ασθενείς νομίζουν ότι είναι σοβαρά άρρωστοι και δύσκολα θα θεραπευτούν.
Είναι φυσικό οι φαντασιώσεις αυτές να δημιουργούν περαιτέρω αναστάτωση και άγχος στον ασθενή, επιδεινώνοντας έτσι την κατάσταση του. Συγχρόνως με τις φαντασιώσεις του αυτές, ο ασθενής προετοιμάζει (διανοητικά) και μια ποικιλία απαντήσεων ή αντιδράσεων σε κάθε μια από τις καταστάσεις αυτές, που έχει φανταστεί. Το φόβο και το άγχος του ασθενούς, όσον αφορά την πρόβλεψη της ασθένειάς του, επιδεινώνει και η αμφιβολία που συχνά τον διακρίνει, αφού πράγματι ο ίδιος δε γνωρίζει τι περαιτέρω θα συμβεί.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο φόβος και το άγχος που συνοδεύουν τον ασθενή πριν την επίσκεψη του στο γιατρό, συνδέονται κύρια με το μήνυμα (πληροφορία) που ο ίδιος αναμένει ν' ακούσει από το γιατρό, παρά με το πρόσωπο του γιατρού, αν και μερικές φορές δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς ποιος από τους δυο παράγοντες είναι υπεύθυνος.
Ο φόβος όμως του ασθενή, που αναπτύσσεται πριν από την πρώτη του επαφή με το γιατρό του συνδέεται και με την αναμονή - αγωνία της μεταξύ τους γνωριμίας και της σχέσης που θα την ακολουθήσει. 'Έτσι ο ασθενής δε γνωρίζει πως ο γιατρός θα τον αντιμετωπίσει, εάν του συμπεριφερθεί ευγενικά, εάν κατανοήσει την κατάσταση του, εάν ενδιαφερθεί για τα διάφορα προβλήματά του, εάν διαγνώσει σωστά την ασθένεια του και εάν είναι ικανός να τον θεραπεύσει.
Ο ασθενής ανησυχεί εάν ο ίδιος αρέσει στον γιατρό και εάν ο γιατρός αρέσει σ' αυτόν, ενώ συγχρόνως προετοιμάζει τον εαυτό του για ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων, που πιθανόν ν' αντιμετωπίσει. Η διάσταση αυτή του φόβου του ασθενούς είναι συνδεδεμένη με τις προσδοκίες, που έχει αυτός από το γιατρό και εξαρτάται τόσο από τα κοινωνικοπολιτιστικά του χαρακτηριστικά όσο και από την προσωπικότητά του. Έτσι αναμένεται ο περισσότερο "ανώριμος" και νευρωτικός ασθενής με πλήθος φαντασιώσεων και αναγκών, ν' απασχολήσει περισσότερο το γιατρό, ενώ δεν αποκλείεται να δημιουργήσει προβλήματα στην ανάπτυξη της μεταξύ των σχέσης.
Τα συναισθήματα που συνοδεύουν τον ασθενή πριν την επίσκεψη στο ιατρείο, μελέτησε μια ομάδα φοιτητών στη διάρκεια της ακαδημαϊκής χρονιάς 1991-92. Τον πληθυσμό μελέτης αποτέλεσαν 18 άτομα (11 άνδρες και 7 γυναίκες), συνταξιούχοι (μέσος όρος ηλικίας 71 χρόνια) και μόνιμοι κάτοικοι της πόλης του Ηρακλείου. Σύμφωνα με τ' αποτελέσματα της εργασίας τα πιο συχνά συναισθήματα που συνοδεύουν τους άνδρες πριν την επίσκεψη στο ιατρείο είναι: αγωνία, ανησυχία (73% του συνόλου των ερωτηθέντων) , κατάθλιψη και αυτοαπόρριψη (63%), αισιοδοξία/ελπίδα (37%) και φόβος (27%), ενώ τις γυναίκες φόβος (85%), αγωνία-ανησυχία (71%), κατάθλιψη-αυτοαπόρριψη (57%) και αισιοδοξία-ελπίδα (43%).
Η αγωνία, σύμφωνα πάντα με τα ευρήματά τους, συνδέεται με την ανησυχία του ασθενούς για την εντύπωση που θα προκαλέσει ο γιατρός σ' αυτούς και αυτοί στον γιατρό (στο 85% των ερωτηθέντων), για τα αίτια (την ασθένεια) που προκαλεί τα συμπτώματα τους (77%), καθώς και για την ορθότητα της διάγνωσης του γιατρού και την αποτελεσματικότητα της θεραπείας τους (στο 55% των ερωτηθέντων).
Τα συναισθήματα κατάθλιψης και αυτοαπόρριψης που συνοδεύουν τους ασθενείς αποδόθηκαν: στις αντιλήψεις τους για την προέλευση της αρρώστιας, ως είδους θεϊκής τιμωρίας (63%), στην πιθανή εξάρτησή τους από το περιβάλλον τους (71% στους άνδρες, 25% στις γυναίκες), στην ενδεχόμενη απομόνωσή τους από τον κοινωνικό τους περίγυρο και στην απώλεια της αίσθησης ότι είναι άτρωτοι (45% των ερωτηθέντων).
Ο φόβος, που βρέθηκε πιο συχνός στους άνδρες, ερμηνεύτηκε ως φόβος για την κατανόηση από το γιατρό (89%), για την εξέλιξη της αρρώστιας (55%), φόβος θανάτου (55%) και φόβος για την διαδικασία εξέτασής τους από το γιατρό (εάν οι μέθοδοι του είναι επώδυνες, 33%), εάν τους ζητήσει λεπτομέρειες για την προσωπική τους ζωή ή τους αναγκάσει να γδυθούν, 44%).
Το χαμηλό ποσοστό αισιοδοξίας και ελπίδας αποδόθηκε στην προχωρημένη ηλικία τους. Ποσοστό εβδομήντα ένα τοις εκατό (71%) από τους ερωτηθέντες αντλεί την αισιοδοξία του από την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο του γιατρού, ποσοστό 57% βασίζονται στην ανθεκτικότητα του οργανισμού τους και ποσοστό 43% εμπιστεύεται τις δυνατότητες της σύγχρονης ιατρικής.


Τι προσδοκά ο ασθενής από το γιατρό;

  •  Να τον υποδεχθεί ευγενικά σύμφωνα με τις τοπικά επικρατούσες αντιλήψεις και συνήθειες.
  •  Να τον ακούσει με υπομονή και να του δείξει ότι κατανοεί τα προβλήματα και την κατάστασή του. Σύμφωνα με τον Blum οι ασθενείς περιμένουν από τον γιατρό να υποδυθεί το ρόλο του παρηγορητή (conforter) και του εξομολογητή (confessor). Το ίδιο μπορεί να παρατηρήσει και o αναγνώστης στα λόγια μιας κυρίας 50 χρόνων από την Κρήτη μ' έντονα προβλήματα στη συζυγική σχέση, που επισκέπτεται το γιατρό και του λέει "αντί να πάω σε ψυχολόγους προτιμώ να τα συζητήσω με τον οικογενειακό μου γιατρό, που σέβεται τις χριστιανικές μου αντιλήψεις και που τον χρειάζομαι ως εξομολόγο".
  •  Να σεβαστεί τις δικές του αντιλήψεις, όσον αφορά την προέλευση της ασθένειας και την αξιολόγηση των συμπτωμάτων του, καθώς και τις συνήθειες του σχετικά με την υγεία. Επίσης ο ασθενής προσδοκά από το γιατρό να σεβαστεί τις ηθικές του αρχές σχετικά με την εξέταση του σώματός του, όπως αυτές δημιουργήθηκαν κάτω από πολυποίκιλες πολιτιστικές και κοινωνικές επιδράσεις. Στη χώρα μας αρκετοί ασθενείς αναφέρουν ότι αισθάνονται, εκτός του φόβου και του άγχους, πριν την επίσκεψη στο γιατρό και ντροπή. Το συναίσθημα αυτό σήμερα δε φαίνεται να συνδέεται με την αρρώστια που ο ασθενής φαντάζεται ότι έχει, όπως συνέβαινε παλαιότερα, αλλά με προκαταλήψεις που αφορούν την εξέταση του σώματός του.
  •  Να τον ενημερώσει σωστά και απλά -χρησιμοποιώντας τη δική του γλώσσα, για τη διάγνωση της αρρώστιας του, για τις απαιτούμενες συμπληρωματικές διαγνωστικές εξετάσεις και τις αναγκαίες θεραπευτικές ενέργειες.
  •  Να αναπτύξουν μια καλή σχέση μεταξύ τους, πάνω στην οποία θα βασιστεί και η περαιτέρω παρακολούθηση της διαγνωσθείσας ασθένειας, καθώς και όποιων άλλων προβλημάτων υγείας που θα δημιουργηθούν στο μέλλον. Είναι σημαντικό να γνωρίζει ο γιατρός τις φαντασιώσεις, όσο και τις προσδοκίες του ασθενούς του πριν την προγραμματισμένη επίσκεψη στο ιατρείο; Ασφαλώς και ναι, αφού η ανάπτυξη καλής σχέσης ανάμεσα στο γιατρό και στον ασθενή εξαρτάται και από την κατανόηση της κατάστασης που βρίσκεται ο ασθενής και από την ικανοποίηση των προσδοκιών του.


Οι φοιτητές του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Στέφανος Στέφας και Βασίλης Πάγκαλος στην εργασία τους στη διάρκεια της ακαδημαϊκής χρονιάς 1991-92, περιγράφουν τις προσδοκίες ενός αριθμού ηλικιωμένων, μελών ενός ΚΑΠΗ της πόλης Ηρακλείου Κρήτης, όσον αφορά τη συμπεριφορά του γιατρού, απέναντι στον ασθενή.
Σύμφωνα με τ' αποτελέσματα τους το 73% των ερωτηθέντων περιμένει από το γιατρό να επιδείξει ενδιαφέρον για το πρόβλημα υγείας τους και ένα 64% να τους συμπεριφερθεί με ευγένεια. Άλλες αυθόρμητα περιγραφόμενες από τους ερωτηθέντες προσδοκίες, όσον αφορά τη συμπεριφορά του γιατρού, είναι η έκφραση αισιοδοξίας για την εξέλιξη του προβλήματος του ασθενούς (36% των ερωτηθέντων), η επίδείξη υπομονής και ηρεμίας (30%), σεβασμού της γνώμης του ασθενούς (36%) και των ηθικών αξιών του (27%).
Συνδεδεμένα με τις προσδοκίες του ασθενούς, αναφορικά με τη στάση και τη συμπεριφορά του γιατρού, είναι και τα κριτήρια για την επιλογή του. Σύμφωνα με μια άλλη εργασία φοιτητών (10) το 79% από τους 60 ερωτηθέντες κατοίκους του Νομού Ηρακλείου (μισοί άνδρες και μισές γυναίκες), απαντά ότι επιλέγουν οι ίδιοι το γιατρό τους, ενώ το 21% ότι δεν έχουν δυνατότητα επιλογής.

Τα κριτήρια, σύμφωνα με τα ευρήματα της εργασίας - άσκησης αυτής, με τα οποία γίνεται η επιλογή του γιατρού είναι: η φήμη του γιατρού, η δυνατότητα άμεσης επαφής και επικοινωνίας μαζί του, n συμπεριφορά του, καθώς και οι προηγούμενες προσωπικές επαφές. Οι οικονομικοί λόγοι και το φύλο δε φαίνεται να επηρεάζουν παρά ελάχιστα.