Background Color:
 
Background Pattern:
Reset
Search

Ανίχνευση καρκίνου

Πληροφορίες για τον καρκίνο
Ανίχνευση καρκίνου


Σήμερα, ο καρκίνος μπορεί να αντιμετωπιστεί στις περισσότερες περιπτώσεις. Για να θεραπευτεί όμως, πρέπει η διάγνωση να γίνει σε πρώιμα στάδια της νόσου. Η διάγνωση των διαφόρων ειδών του καρκίνου δεν είναι εύκολη, τουλάχιστο στα πρώτα στάδια.

Η ασυμπτωματική περίοδος μπορεί να διαρκέσει μήνες ή χρόνια. Υπάρχει λοιπόν ο κίνδυνος, η διάγνωση της νόσου να γίνει όταν ο όγκος έχει επεκταθεί τοπικά ή και να έχει χορηγήσει μεταστάσεις. Κάθε ένδειξη (π.χ. επίμονος βήχας, αίμα στα κόπρανα) πρέπει να κινητοποιήσει το άτομο για να αναζητήσει ιατρική βοήθεια.

Η αναγνώριση ενός συμπτώματος μπορεί να αποτελεί το πρώτο βήμα για την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου. Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι δεν δίνουν σημασία σε αυτά τα προειδοποιητικά σημεία. Πολλές φορές καθυστερούν ακόμη και μήνες την επίσκεψη στον ιατρό, με αποτέλεσμα η πρόγνωση της νόσου να καθίσταται δυσχερέστερη.

Ο ιατρός διαπιστώνει ή όχι συγκεκριμένα σημεία της νόσου κατά την διάρκεια της εξέτασης. Αυτό προκύπτει από τα συμπτώματα, την κλινική εξέταση και το ιστορικό του ασθενούς. Στην υπηρεσία της διαγνώσεως του καρκίνου υπάρχουν πολλά μέσα. Οι εργαστηριακές εξετάσεις όπως οι αναλύσεις αίματος, κυτταρολογικές, απεικονιστικές και ιστολογικές εξετάσεις οδηγούν στην διάγνωση του καρκίνου.

Ήδη στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. , εφαρμόζεται το τσεκ-απ σε μεγάλη κλίμακα, δυο φορές το χρόνο. Μπαίνουν δηλ. οι άνθρωποι στα νοσοκομεία δύο φορές το χρόνο και κάνουν όλες τις γενικές εξετάσεις. Το μέτρο αυτό είναι προληπτικό, ώστε να διαγνωστούν έγκαιρα όλες οι περιπτώσεις αρχής του καρκίνου.

Σημάδια & συμπτώματα του καρκίνου
συμπτώματα


Όταν μία κακοήθης νεοπλασία αποκτήσει ένα ορισμένο μέγεθος, προκαλεί διάφορες εκδηλώσεις: πιέζει γειτονικούς ιστούς (συνεπώς μπορεί να προκαλεί πόνο), να διηθεί γειτονικά αιμοφόρα αγγεία (μπορεί να προκαλέσει αιμορραγία, να αποκτά τέτοιο μέγεθος που καθίσταται ψηλαφητή, να διαταράσσει την φυσιολογική λειτουργία των οργάνων (με αποτέλεσμα την εμφάνιση δυσκολίας στην κατάποση, μεταβολής στην χροιά της φωνής κ.α.).

Η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρία έχει καταρτίσει έναν κατάλογο πρώιμων εκδηλώσεων, που θέτουν υποψίες για την ύπαρξη κακοήθειας:

  • Αλλαγές στην συμπεριφορά του εντέρου ή της κύστης όπως, η μεταβολή στις κενώσεις ή δυσπεπτικά φαινόμενα που επιμένουν.
  • Φλεγμονή του φάρυγγα που δεν υποχωρεί.
  • Ασυνήθεις αιμορραγίες που δεν επουλώνονται ή παθολογικό έκκριμα.
  • Ογκίδιο ή σκληρότητα οπουδήποτε στο δέρμα, όπως η σκλήρυνση ή διόγκωση στον μαστό ή σε άλλο σημείο του σώματος.
  • Δυσπεπτικά ενοχλήματα ή δυσκολία κατάποσης.
  • Εμφανής αλλαγή σε σπίλο ή κρεατοελιά, όπως οταν μεγαλωνει ξαφνικά και πολλαπλασιαζετα.
  • Βήχας που συνεχίζεται για μεγάλο διάστημα ή βράχνιασμα της φωνής.
  • Μεγάλη απώλεια βάρους σε μικρό διάστημα.
Βέβαια όλα αυτά τα σημεία δεν σημαίνουν πάντα την ύπαρξη καρκίνου. Ωστόσο είναι μερικές από τις εκδηλώσεις του, γι΄ αυτό και η εμφάνιση τους πρέπει να δημιουργήσει υποψίες.

Όπως και να έχει, οτιδήποτε παρατηρήσετε στον οργανισμό σας πέραν του συνηθισμένου ή φυσιολογικού, μην διστάσετε ούτε λεπτο. Επισκεφτείτε αμέσως τον γιατρό σας. Είναι μια απλή κίνηση που όμως μπορεί να σας σώσει την ζωή!

Κλινική εξέταση & Ιστορικό για την ανίχνευση του καρκίνου
εξέταση


Οι πρώτες ενδείξεις για την ύπαρξη μίας νεοπλασίας μπορεί να προκύψουν κατά την κλινική εξέταση του ασθενούς. Η πλήρης κλινική εξέταση αφορά το σύνολο των συστημάτων του οργανισμού και έχει ως στόχο την αποκάλυψη ενδείξεων μη φυσιολογικής λειτουργίας των οργάνων του σώματος. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δίδεται στις εξής περιοχές:
  • Εξέταση της ρινικής και της στοματικής κοιλότητας.
  • Εξέταση του λάρυγγα (λαρυγγοσκόπηση).
  • Ψηλάφηση των λεμφαδένων (τράχηλος, πάνω από την κλείδα, μασχάλες, βουβωνικές περιοχές).
  • Ψηλάφηση μαστών στις γυναίκες - όρχεων στους άνδρες.
  • Εξέταση της κοιλιάς. Το επιγάστριο ψηλαφείται προσεκτικά για διόγκωση κάποιου κοιλιακού οργάνου (ιδιαίτερα ήπατος ή σπληνός).
  • Γυναικολογική εξέταση.
  • Δακτυλική εξέταση από τον πρωκτό.
Κατά την εξέταση, ο ιατρός συλλέγει πληροφορίες από τον ασθενή σχετικά με διάφορες λειτουργίες του οργανισμού. Μερικές ερωτήσεις μπορεί να είναι πιο ειδικές, π.χ.:
  • Είχατε βραχνάδα;
  • Παρατηρήσατε αίμα στα κόπρανα;
  • Είχατε δυσκοιλιότητα;
  • Παρατηρήσατε πρόβλημα στην κατάποση;
  • Είχατε ποτέ αιματηρή απόχρεμψη;
Καταφατική απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις οδηγεί σε ειδικότερη κλινική εξέταση και πιθανόν σε εξετάσεις αίματος ή ακτινολογικό έλεγχο. Ύποπτα ευρήματα σε οποιοδήποτε σύστημα οδηγούν σε περαιτέρω εξετάσεις. Για παράδειγμα, η διόγκωση ενός τραχηλικού λεμφαδένα μπορεί να οφείλεται σε όγκο, που έχει χορηγήσει μετάσταση από άλλο σημείο του σώματος. Συνεπώς, πρέπει να γίνει λεπτομερής έρευνα ώστε να εντοπιστεί η πρωτοπαθής εστία. Ακόμα, γίνονται ερωτήσεις σχετικά με το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου, ιδιαίτερα των πλησιέστερων συγγενών (γονέων, παππούδων, θείων και αδελφών). Οι ερωτήσεις αυτές αποσκοπούν στον εντοπισμό καρκίνου με κληρονομική προδιάθεση.

Εργαστηριακές εξετάσεις για την ανίχνευση του καρκίνου
εξετάσεις


Εξετάσεις αίματος

Οι νεοπλασματικοί δείκτες είναι χημικές ουσίες, που παράγονται από διάφορες μορφές καρκίνου. Σε ορισμένες φλεγμονές μπορεί να εμφανιστούν σχετικά χαμηλά επίπεδα των δεικτών αυτών, αλλά οι νεοπλασίες των αντίστοιχων οργάνων συσχετίζονται με πολύ υψηλά επίπεδα.

Ακτινολογικός έλεγχος

Ιδιαίτερα σημαντικός για την διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα (ακτινογραφία θώρακα) του πεπτικού (οισοφάγος, στόμαχος, εντέρου) και μαστού (μαστογραφία).

Αξονική - Μαγνητική τομογραφία

Σύγχρονες εξετάσεις με βάση τον μαγνητικό συντονισμό και με ποσοστό αποτυχίας ελάχιστο. Ενδείκνυται για όλες σχεδόν τις μορφές καρκίνων.

Υπερηχοτομογραφικός έλεγχος

Είναι μια εύκολη και ανώδυνη μέθοδος με μεγάλο ποσοστό επιτυχίας στην διάγνωση.

Ραδιοϊσοτοπικός έλεγχος

Γίνεται με ραδιενεργά ισότοπα και είναι πολύ χρήσιμη μέθοδος για τον εντοπισμό καρκίνων του ήπατος τυροειδούς νεφρού.

Κυτταρολογική εξέταση

Εξετάζουμε εκκρίματα (ούρα γαστρικό υγρό κλπ) και ύστερα από την κατάλληλη επεξεργασία διαβαθμίζουμε ανάλογα ως εξής:
  • Κλάση Ι Φυσιολογικά κύτταρα
  • Κλάση ΙΙ φυσιολογικά κύτταρα αλλοιωμένα από φλεγμονή
  • Κλάση ΙΙΙ Ανώμαλα κύτταρα υποψία καρκίνου
  • Κλάση ΙV ανώμαλα κύτταρα σοβαρή υποψία καρκίνου
  • Κλάση V Καρκινικά κύτταρα
Ιστολογική εξέταση

Θέτει την τελική διάγνωση. Είναι απαραίτητη για την πρόγνωση και την θεραπευτική αγωγή.

Ενδοσκοπήσεις

Μεγάλη βοήθεια στην διάγνωση σήμερα μας δίνουν οι εξετάσεις με τα εύκαμπτα βρογχοσκόπια, κολονοσκόπια, γαστροσκόπια που έχουν την δυνατότητα να παίρνουν μικρά τεμάχια για ιστολογική εξέταση.

Καρκινικοί δείκτες για την ανίχνευση του καρκίνου
καρκινικοί δείκτες


Όταν στο σώμα αναπτύσσεται ένας καρκίνος τότε μπορεί τα κύτταρα που τον συνιστούν, τα ίδια ή οι ιστοί του σώματος, να παράγουν ουσίες που είναι δυνατόν να ανιχνευθούν στο αίμα, ή στα ούρα ή στους ιστούς. Οι ουσίες αυτές διαλυτές στο αίμα, ανιχνεύονται συνήθως με μονοκλωνικά αντισώματα και αναγνωρίζονται ως καρκινικοί δείκτες. Σε δύο περιόδους της ζωής μας, το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στην ανάγκη να ανανγωρίσουμε αν κάποια κύτταρα του σώματός μας δεν υπόκεινται στο ρυθμιστικό σύστημα της αύξησής τους, διηθούν δηλαδή πλησίον ιστούς ή σχηματίζουν μεταστάσεις, οπότε πάσχουμε από καρκίνο:
  • Η πρώτη περίοδος είναι το στάδιο της υποψίας, μέχρι να γίνει η διάνγωση.
  • Η δεύτερη αφού έγινε η διάγνωση ή αρχισε η θεραπεία, για να γνωρίζουμε την εξέλιξη της νόσου.
Η εκτροπή των κυττάρων σε καρκινικά μπορεί να θεωρηθεί απορύθμιση των παραγόντων που τα οδηγούν στη φυσιολογική εξέλιξή τους ή σε αύξηση των υποδοχέων τους, σε ένα κυτταρικό επίπεδο που οδηγεί σε αυτοδιέγερση της ανάπτυξής τους. Στο πρώιμο στάδιο, η διάγνωση του καρκίνου, κλινικά είναι σχεδόν αδύνατη. Οι συνήθεις διαγνωστικές διαδικασίες δεν μπορούν να διαγνώσουν αθροίσεις κυττάρων που αποτελούνται ήδη από μερικά εκατομμύρια, αλλά έχουν όγκο 1-2 κ.εκ.

Όταν στο σώμα μας αναπτύσσεται ένας καρκίνος, τότε μπορεί τα κύτταρα που τον συνιστούν, τα ίδια ή ιστοί του σώματος, σε απάντηση προς την παρουσία του, να παράγουν ουσίες που είναι δυνατόν ν’ ανιχνευθούν στο αίμα ή στα ούρα ή στους ιστούς. Οι ουσίες αυτές, διαλυτές στο αίμα, είναι συνήθως γλυκοπρωτεΐνες (όχι πάντα, π.χ. το ασβέστιο του αίματος μπορεί να παίξει έναν τέτοιο ρόλο), οι οποίες ανιχνεύονται συνήθως με μονοκλωνικά αντισώματα και αναγνωρίζονται ως καρκινικοί δείκτες.

Μερικές φορές τέτοιες ουσίες είναι παρούσες κατά τη διάρκεια φυσιολογικής ανάπτυξης ιστών και γι’ αυτό στη βιβλιογραφία αναφέρονται και ως ογκο-εμβρυοπρωτεΐνες. Κάθε «δείκτης» έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά χρησιμότητας, όπως ανίχνευσης, προσδιορισμού διάγνωσης και πρόγνωσης, στάθμισης της ανταπόκρισης στη θεραπεία και παρακολούθησης της επανεμφάνισης της νόσου.

Συνήθεις Χρησιμοποιούμενοι Δείκτες
1. CEA, καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο, γλυκοπρωτεΐνη Μ.Β. 180.000, ένα εκ των αντιγόνων που παράγονται κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης (γαστρεντερικής οδός). Μετά τη γέννηση μειώνεται συνεχώς, ώστε σε φυσιολογικό ενήλικο η τιμή του φτάνει στα 3-5 ng/ml. Οι μέγιστες τιμές παρατηρούνται σε καπνιστές. Παράγεται από τα γονίδια της «οικογένειας CEA». Προσδιορίζει καρκινική εξέλιξη στο έντερο και τους πνεύμονες. Άνω των 100ng σε μεταστάσεις. Πτώση στο φυσιολογικό αναμένεται από επιτυχή κολεκτομή. Μετά, σε περίπτωση ανόδου, χρειάζεται γενική έρευνα.
2. Άλφα φετοπρωτεΐνη, άλφα εμβρυϊκή σφαιρίνη, γλυκοπρωτεΐνη Μ.Β. 70.000, από το ήπαρ του εμβρύου. Επι καρκινου του ήπατος και σε σπερματικούς όγκους (φυσιολογική τιμη 0-6,4 μονάδες), (500ng) ανά κ.εκ. Μετεγχειρητικά, αύξηση προδικάζει υποτροπή ακόμα και ύστερα από 6 μήνες. Τελευταίως και ο TRA-1-60. Μη καρκινική αύξηση σημειώνεται σε κύηση, όταν το έμβρυο παρουσιάζει ανωμαλίες.
3. Χοριακή γοαδοτροπίνη, hCG, βήτα υποομάς, σιαλογλυκοπρωτεΐνη Μ.Β. 46.000, δομής υποφυσιακών ορμονών. Συντίθεται στην έναρξη της εγκυμοσύνης από τα τροφοβλαστικά κύτταρα και αργότερα από τα κύτταρα της συγκυτιοτροφοβλάστης του πλακούντα. Κλινικά καθορίζει την εγκυμοσύνη και χρήστες μαριχουάνας. Διάνγωση καρκινων των τροφοβλαστικών όγκων σε μη έγκυο (100%), χοριοκαρκινώματα, μήλη κύηση. Φυσιολογικές τιμές > 31 U/ml. Σε μήλη κύηση και 1.000.000. Ένα 50% των χοριοκαρκινωμάτων αναπτύσσεται από μήλη κύηση.
4. Καρκίνικό αντιγόνο 15-3 (CA15-3). Είναι βλεννώδους τύπου αντιγόνο μεγάλου μοριακού βάρους από τα κύτταρα του καρκίνου του μαστού. Αντιδρά με δυο μονοκλωνικά αντισώματα (115D8 και DF3). Φ.Τ.<31 U/ml. Προσδιορίζει τον καρκίνο του μαστού και τις μεταστάσεις του. Και σε νόσους του ήπατος. Παράλληλοι δείκτες ο MCA και ο CA 549.
Υδατανθρακικό αντιγόνο 19-9 (CA19-9), υδατάνθρακας υψηλού μοριακού βάρους, πλούσιος σε βλεννίνη. Από καρκίνωμα του ορθού και του παχέος εντέρου, σε καρκίνο του παγκρέατος κυρίως, και δευτερευόντως του ΓΕΣ. ΦΤ. <33-60 U/ml. Συγκεντρώσεις άνω του του 10.000 πιστοποιούν μεταστάσεις. Πρόδρομός του, ο δείκτης CA 50.
5. Καρκινικό αντιγόνο 125 (CA125). Βλεννώδης γλυκοπρωτεΐνη, Μ.Β. 200.000, αναγνωρίζεται με το μονοκλωνικό αντίσωμα OC 125. Συναντάται σε παράγωγα εμβρυϊκού επιθηλίου, ωοθηκικού καρκινώματος και σε ιστούς αδενοκαρκινώματος. Φ.Τ. 0-35 U/ml. Και σε ενδομητρίωση, κίρρωση, κύηση κ.α. Επίσης η τοποϊσομεράση ΙΙ, η melan Α και η inhibine-alpha εφαρμόζονται σε μερικές περιπτώσεις.
6. Προστατικό ειδικό αντιγόνο (PSA), γλυκοπρωτεΐνη, Μ.Β. 34.000. Ειδικό για το όργανο προστάτη, αλλά όχι ειδικό για τον καρκίνο του προστάτη. Το ποσόν και οι μεταβολές του (άνω του 75 ng/ml το χρόνο) οδηγούν στην πρώιμη διάγνωση καρκίνων και μεταστάσεών του. Φ.Τ. αναλόγως της ηλικίας <4 ng/ml. Αναστέλλεται από την αντιανδρογόνο θεραπεία. Και οι δύο αυτοί δείκτες αυξάνουν ύστερα από δακτυλική εξέταση του προστάτη, ύστερα από συνουσία κ.τ.λ.

Άλλοι δείκτες
1. Καρκινικό αντιγόνο 72-4 (CA72-4), δείκτης για καρκίνωμα του στομάχου μη ειδικό.
2. Αντιγόνο εκ καρκινώματος πλακωδών κυττάρων (Squamus cell carcinoma SCC Antigen), του τραχήλου, του πνεύμονα, ΩΡΛ.
3. Νευρωνο-ειδική ενολάση (ΝSE), νευροβλάστωμα και μικρο-κυτταρικό βρογχικό καρκίνωμα.
4. Βήτα-2-μικροσφαιρίνη (Β2-Μ), βοηθητικός δείκτης σε κακοήθεις νόσους του λεμφικού. LDH, ομοίως.
5. Καλσπονίνη πολυπεπτίδιο από τα παραθυλακιώδη (C) κύτταρα του θυρεοειδούς. Φ.Τ. <50-100pg στο ορό. Προηγείται διέγερση με πενταγαστρίνη για τη διαγνωση του καρκίνου των C κυττάρων.
6. 5-ΗΙΑΑ, καρκινοειδές, λόγω μεταβολισμού της 5-ΗΤ.
7. Αντιδιουρητική ορμόνη (ADH), μικροκυτταρικός καρκίνος των βρόγχων, αδενοκαρκίνωμα.
8. Καρκινικό αντιγόνο της κύστης (ΒΤΑ), ΝΜΡ, ομοίως.

Η διάνγωση των νεοπλασιών επιχειρείται σήμερα και μέσω της ανίχνεύσης ογκογονιδίων (ACP, DPC4, NF1, NF2, MTS1, rb, p53. K-ras, N-ras, C, N, L-Myc k.lp.) ή του προσδιορισμού ανυπαρξίας ογκογονιδίων. Πάντως γενικές αρχές στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών προσδιορισμών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Και φυσιολογικά στον οργανισμό ανιχνεύονται οι χημικές ουσίες που χαρακτηρίζονται καρκινικοί δείκτες. Είναι όμως σε πυκνότητες μη παθογνωμονικές. Οφείλουμε να γνωρίζουμε αυτές τις τιμές.

Μερικοί δείκτες είναι ειδικοί για έναν τύπο καρκίνου. Άλλοι εμφανίζονται σε περισσότερους τύπους καρκίνων. Καλά μελετημένοι δείκτες υπάρχουν. Ερευνώνται όμως αρκετοί άλλοι, που δεν πρέπει ν’ αξιολογούνται αν δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία. Ποτέ μη βασίζεστε στο αποτέλεσμα ενός μόνο τεστ. Αν παρακολουθείτε την εξέλιξη της νόσου σ’ έναν ασθενή, οι προσδιορισμοί πρέπει να γίνονται στο ίδιο εργαστήριο και με την ίδια μέθοδο.

Μετά την εγχείρηση ή την ακτινοθεραπεία πρέπει να παρακολουθείται ο ίδιος καρκινικός δείκτης, εκείνος που προ της θεραπείας είχε βρεθεί αυξημένος. Αυξημένος δείκτης δε σημαίνει πάντα καρκίνο. Και σε φλεγμονή μπορεί να δώσει παθολογικές τιμές, π.χ. PSA. Ύστερα από επιτυχή ειδική θεραπεία, π.χ. κρυοπηξία, ο δείκτης σημειώνει συχνά απότομη αύξηση η οποία οφείλεται σε κυτταρική λύση. Αντιθέτως, αν η θεραπεία δεν δικαιολογεί λύση κυττάρων, π.χ. χειρουργικά, αυτό δικαιολογεί αποτυχία της θεραπευτικής επέμβασης.

Πρέπει να γνωρίζει ο μελετητής το χρόνο ημιζωής του δείκτη, (σε πόσο χρόνο μια ποσότητα του δείκτη θα μειωθεί στο μισό στο αίμα, όταν η πηγή της παραγωγής του εξέλιπε), πώς ο δείκτης μεταβολίζεται ή αποβάλλεται και την ευαισθησία και την εξειδίκευση του κάθε δείκτη. Κάθε πότε πρέπει να επαναλαμβάνεται η εξέταση; Πρέπει η εξέταση να γίνεται ρουτίνα και να ζει το άτομο με το φάσμα του επερχόμενου καρκίνου;